1 Σεπ 2020

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΕΠΤΑΣΠΑΘΗ

https://destanea.com/dimos-k-neurokopiou/politismos-dimou-k-neurokopiou/item/3203-2020-08-19-15-59-30 

Η ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΥΠΗΚΟΩΝ ΣΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΚΑΙ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΩΝ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

            Η επαναξιολόγηση της περιόδου της Τουρκοκρατίας είναι ένα ζήτημα που επανέρχεται διαρκώς στην επικαιρότητα. Σύμφωνα, μάλιστα, με ορισμένους συγγραφείς, ακόμη και ο όρος Τουρκοκρατία είναι πλέον αδόκιμος και θα έπρεπε να αντικατασταθεί με τον όρο Οθωμανική Περίοδος.

            Ενσωμάτωση, η ένωση σε ένα σώμα. Σε όλους μας, έχει τύχει να συμμετάσχουμε σε συζητήσεις ή να ακούσουμε διαλέξεις σχετικά με ένα θέμα το οποίο αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα, ιδιαιτέρως την σημερινή εποχή, μιας και υπάρχει έντονη κινητικότητα στα ελληνοτουρκικά θέματα που αφορά την όποια ενσωμάτωση των χριστιανών υπηκόων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία καθώς και τις σχέσεις μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων.

            Αναρωτιόμαστε, αλήθεια ποιο είναι το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό κάποιου όταν ακούει για την ενσωμάτωση. Ακούγονται πολλά και λέγονται ακόμη περισσότερα.

            Προσπαθώντας να κάνουμε ένα εικονικό ταξίδι στην ιστορία της χώρας μας και δίδοντας μεγαλύτερη έμφαση στην Κρήτη, είναι πολύ πιθανό να αποκαλύψουμε πτυχές ίσως και γεγονότα, άγνωστα σε πάρα πολλούς φανερώνοντας αλήθειες και πραγματικές καταστάσεις που θα εκπλήξουν μερικούς. Με το συγκεκριμένο πόνημα θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μια αναλυτική περιγραφή για το πώς έγινε η ενσωμάτωση των χριστιανών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τι σχέσεις είχαν αυτοί οι δύο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι φέρνοντας στην επιφάνεια ιστορικά γεγονότα και αλήθειες.

            Θα προχωρήσω στην ανάλυση συγκεκριμένων ιστορικών βιβλιογραφικών πηγών η επιλογή των οποίων, η σειρά ανάπτυξης των κεφαλαίων και τέλος των συμπερασμάτων είναι καθαρά προσωπικά.

                        ΠΟΙΑ ΗΤΑΝ Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΥΠΟΛΟΙΚΠΗ ΕΛΛΑΔΑ

            Οι σχέσεις των Ορθοδόξων με τους Λατίνους δεν ήταν ποτέ καλές. Η αντιπαλότητα τους και η έχθρα τους διαπιστώνεται από το εμπόριο μέχρι τη θρησκεία τους. Το αποτέλεσμα ήταν οι Λατίνοι να χαρακτηριστούν ως φιλότουρκοι. Η λαϊκή ψυχή δεν είχε ξεχάσει τη βαρβαρότητα που επέδειξαν οι Σταυροφόροι στην Πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204, ενώ αντιδρούσε στην οικονομική διείσδυση της Βενετίας και της Γένουας, που είχε φέρει στα πρόθυρα εξαθλίωσης τους κατοίκους της Αυτοκρατορίας, αλλά και στην καταπίεση των ορθοδόξων στις περιοχές, όπου κυριαρχούσαν οι καθολικοί.

            Αντίθετα, οι Οθωμανοί φαίνεται ότι συμπεριφέρονταν καλύτερα προς τους χριστιανούς. Πολλοί χριστιανοί είχαν υψηλές θέσεις στην οθωμανική διοίκηση, ακόμη και στο στράτευμα, ενώ κυριαρχούσαν στο εμπόριο. Οι χωρικοί πλήρωναν λιγότερους φόρους και ζούσαν με ασφάλεια. Έτσι, στην Κωνσταντινούπολη είχε σχηματισθεί μία μερίδα που διέκειτο ευνοϊκά προς τους Οθωμανούς.

            Είναι χαρακτηριστική η φράση που ανέφερε ο Λουκάς Νοταράς «κρειττότερόν έστιν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν Λατινικήν».

            Η Ανατολική εκκλησία καταφέρνοντας να επιζήσει συνεργάζεται με τον σουλτάνο που αναγνωρίζεται ο υπέρτατος άρχων και αυτός μετά με τη σειρά του αναγνωρίζει τον Γεννάδιο σαν Πατριάρχη, έλλειψης άλλων που είχαν «διαφύγει» στην Δύση μετά την άλωση.

            Η ορθόδοξη εκκλησία αναδιοργανώθηκε με την τουρκική συναίνεση φτάνοντας στο σημείο να μιλάμε για βυζαντινοτουρκική συνύπαρξη.

            Οι χριστιανοί από τη μεριά τους έπαιζαν σπουδαίο ρόλο στα εσωτερικά του Πατριαρχείου με αποτέλεσμα την επιβίωση του Ελληνικού πνεύματος και της γλώσσας.

            Εφαρμόζοντας την πολιτική του ο σουλτάνος προστάτευε τις μητροπόλεις εντός των οθωμανικών εδαφών με ανταπόδοση την αποδοκιμασία της θρησκεία των.

            Στην οικονομική πολιτική του έχουμε την απαλλαγή των φόρων προς τους έποικους και την εφαρμογή του λεγόμενου κεφαλικού φόρου και φόρου της γης.

            Καθορίζεται ο Πατριάρχης ως ο υπεύθυνος είσπραξης των φόρων από τους χριστιανούς τα γνωστά μας το πεσκέσι και το χαράτσι.

Επίσης άλλοι οικονομικοί όροι κάνουν την εμφάνιση τους εκείνη την εποχή, όπως «εμβατίκιον», που ήταν ένας τρόπος εξάρτησης μεταξύ επισκόπου και ιερέα και το «κανίσκιον» που ήταν ένα έθιμο προσφοράς δώρων από κατώτερο ιερέα σε ανώτερο.

            Κατά την περίοδο των Τανζιμάτ (1839-1876) όμως τα πράγματα αλλάζουν. Με το Χάττι Χουμαγιούν έχουμε ίσα δικαιώματα σε νομικό επίπεδο μεταξύ μουσουλμάνων και χριστιανών. Τα βεράτια αποτελούν την βάση των σχέσεων της εκκλησίας με την Πύλη καθώς και ο γενικός κανονισμός που ίσχυε.

            Έχουμε θεσμοθέτηση του μιλλέτ και ενσωμάτωση στο κράτος. Η εκκλησία με τη σειρά της ενσωματώνεται και αυτή στο οθωμανικό θεσμικό πλαίσιο αποκτώντας μαζί με το Πατριαρχείο νομική προσωπικότητα.

            Το Οθωμανικό κράτος από την πλευρά του αναγνώριζε τους τοπικούς άρχοντες, τους κοτσαμπάσηδες, σπάνια όμως τους συμπεριλάμβανε σε επίσημα διατάγματα όπως την λειτουργία του ιεροδικείου.

            Ο καδής ο οποίος ήταν ο αρμόδιος από το Οθωμανικό κράτος για την εκδίκαση των δικαστικών υποθέσεων, αποτελούσε τον συνδετικό κρίκο μεταξύ των ραγιάδων και της κεντρικής εξουσίας. Υπήρχε βεκίλης όπου ήταν αυτός που εκπροσωπούσε τον διάδικο και εξιστορούσε τα γεγονότα. Για την λήψη των αποφάσεων σημαντικό ρόλο έπαιζε η κοινή γνώμη. Η έκδοση της φετβά ήταν η εξασφάλιση για πιο ευνοϊκές αποφάσεις. Ο αντικαταστάτης του καδή λεγόταν ναΐτης.

            Ο καδής λοιπόν ήταν επόπτης της οικονομικής λειτουργίας των βακουφιών, εισέπραττε τους φόρους διανομής, ήταν υπεύθυνος για την ανακαίνιση ή κατασκευή εκκλησιών και καθολικών μοναστηριών και είχε πολύ μεγάλη σημασία για το νησί μια και η προσφυγή σ’ αυτόν ήταν καθαρά για πρακτικούς λόγους.

                        ΠΟΙΑ ΗΤΑΝ Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

            Η Οθωμανική κατάκτηση λένε, ότι, έφερε μεταβολές στην ζωή των Ελλήνων όμως τα παραδείγματα που οι χριστιανοί και οι μουσουλμάνοι συμβίωναν και επικοινωνούσαν είναι πολλά. Χαρακτηριστικά θα αναφέρουμε την περίπτωση των ζιμμήδων στη Βέροια, που ήταν όλοι οι μη μουσουλμάνοι υπήκοοι, αν και στο τέλος έτσι έλεγαν τους χριστιανούς υπηκόους, κατέληξαν να είναι από τα πιο δραστήρια αστικά στοιχεία.

            Η μουσουλμανική παρουσία στην Κρήτη καθιερώθηκε κατά κύριο λόγο με εξισλαμισμούς του γηγενούς πληθυσμού. Λίγοι ήταν οι Μουσουλμάνοι από άλλες επαρχίες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη μετά την κατάληψη της το 1669, κυρίως αξιωματούχοι, διοικητικοί υπάλληλοι ή αυτοκρατορικοί γενίτσαροι. Οι εξισλαμισμοί, με βάση τις διαθέσιμες πηγές, ξεκίνησαν ήδη από τα πρώτα χρόνια του Κρητικού Πολέμου (1645-1669), έλαβαν μεγάλη έκταση κατά τις πρώτες δεκαετίες μετά την ολοκλήρωση της κατάκτησης του νησιού και συνεχίστηκαν μέχρι και την έναρξη της επανάστασης του 1821. Ο μεγάλος αριθμός εξισλαμισθέντων, σε σύγκριση με άλλες περιοχές του ελλαδικού χώρου, αποδόθηκε στη μεγάλη διάρκεια του πολέμου για την κατάκτηση της Κρήτης και την αναστάτωση που αυτός επέφερε, καθώς και στη δυνατότητα ένταξης στο σώμα των γενιτσάρων. Άλλο τρόπο αύξησης του μουσουλμανικού πληθυσμού της Κρήτης αποτέλεσαν οι επιγαμίες.

            Οι μουσουλμάνοι διακρίνονταν από τους χριστιανούς από την ενδυμασία και τη φυσιογνωμία τους. Το σχήμα των ενδυμάτων ήταν όμοιο με των χριστιανών, ενώ οι διαφορές σχετίζονταν με το χρώμα και τις λεπτομέρειες. Οι μουσουλμάνοι, άνδρες και γυναίκες, φορούσαν ζωηρά και επιδεικτικά χρώματα ενώ οι χριστιανοί ταπεινά και σεμνά. Αντί για την κόκκινη ζώνη των μουσουλμάνων και το πράσινο γιλέκο, οι χριστιανοί φορούσαν σκούρα ζώνη και ερυθρό γιλέκο. Το φέσι των μουσουλμάνων ήταν κοντό χωρίς τσάκιση, ενώ των χριστιανών μακρύ με τσάκιση πίσω. Το μουσουλμανικό μαντήλι ήταν κόκκινο ή άλλο χρώμα, ενώ των χριστιανών μαύρο ή λευκό. Το σαρίκι των μουσουλμάνων ήταν λευκό, πράσινο ή πολύχρωμο, ενώ των χριστιανών μαύρο ή λευκό. Φορούσαν όλοι στιβάνια, λευκά ή μαύρα, και μόνο κάποιοι γεροντότεροι μουσουλμάνοι κόκκινα παπούτσια. Σαλβάρι έφεραν οι μπέηδες και οι αγάδες, κίτρινο ή πράσινο από εριούχο δέρμα.

            Οι μουσουλμάνοι σ’ όλη την Κρήτη κατοίκησαν σε πύργους στην ύπαιθρο ή σε μεγαλοπρεπείς επαύλεις στις πόλεις και τα περίχωρα. Ιδιαίτερα όμως οι εγκαταστημένοι στα χωριά, όπου υπερίσχυαν των χριστιανών είναι φανερό ότι ήταν εξισλαμισμένοι. Εκτός από το Αμάρι και το Σέλινο, το Μονοφάτσι (νότια του Ηρακλείου), ήταν η πολυπληθέστερη επαρχία της Κρήτης σε αριθμό μουσουλμάνων και από τους πολλούς εξισλαμισμένους θεωρούνταν μάλιστα τουρκική επαρχία.

            Οι Τούρκοι στην Κρήτη έκτισαν κυρίως τεκέδες κοντά στις τρεις πόλεις όπου -όπως και στα τζαμιά- οι μουσουλμάνοι λάτρευαν τους αγίους της πίστης των, πρόσφεραν προς τιμήν τους ζώα και ζητούσαν τη βοήθειά τους. Στους πολυάριθμους τόπους προσκυνήματος κυρίως τάφους και μέρη που έζησαν μάρτυρες του Κρητικού πολέμου έκαναν επισκέψεις και προσεύχονταν.

            Χριστιανοί και Τουρκοκρήτες κατοικούσαν στις ίδιες συνοικίες των πόλεων ή των χωριών, συγχρωτίζονταν μεταξύ τους, έκαναν κουμπαριές, δανείζονταν και συνεταιρίζονταν. Στο Ρέθυμνο η έξαρση του φανατισμού ήταν τακτικό φαινόμενο, όπως και οι σφαγές εναντίον των χριστιανών. Εδώ, επειδή οι Τουρκοκρήτες ήταν φτωχότεροι σε σχέση με τις άλλες περιοχές του νησιού, ενώ παράλληλα ήταν χρεωμένοι στους χριστιανούς, οι αναταραχές αποσκοπούσαν στην αποφυγή να αποπληρωθούν τα χρέη. Αντίθετα, στις ανατολικές περιοχές οι σχέσεις μεταξύ των δύο στοιχείων ήταν ομαλότερες και ο φανατισμός λιγότερος. Μετά τη Μεγάλη επανάσταση βέβαια, οι μουσουλμάνοι συμπεριφέρονταν στους χριστιανούς σαν να ήταν κατώτερα όντα.

            Πολλές είναι οι περιπτώσεις χριστιανών που ασπάστηκαν εκούσια τον ισλαμισμό με μόνο λόγο την διατήρηση των προνομίων με τον εξισλαμισμό να αποτελεί πολλές φορές λύση ανάγκης.

            Το γεγονός που πρέπει να σταθούμε και να αναφέρουμε για εκείνη την περίοδο δεν είναι άλλο από του εξισλαμισμών των μικρών αγοριών και κοριτσιών τα οποία δινόταν ως αντάλλαγμα σε μουσουλμανικές οικογένειες για την αποπληρωμή των διαφόρων χρεών.

            Όταν ο Χάνδακας ήταν υπό τους Οθωμανούς, αποτελούσε το κέντρο του Ισλάμ και της ανασυγκροτούμενης ορθοδοξίας. Ήταν μια τυπική βαλκανική πόλη με πολλούς μουσουλμάνους.

Πολλοί από τους ντόπιους ήταν εξισλαμισμένοι. Οι γενίτσαροι και οι εξισλαμισμένοι στρατιώτες μπλεκόταν στην οικονομική ζωή της πόλης και στις εμπορικές συναλλαγές. Έλεγχαν τον τελωνειακό μουκατά, ο οποίος ήταν ένα είδος φόρου, τις εκμισθώσεις αγροτικών φόρων και το αλάτι, και ήταν διαχειριστές των βακουφίων. Οι κρητικοί γενίτσαροι αποκτούσαν σπίτι χωρίς πληρωμή.

            Οι κάτοικοι της ήταν μετανάστες, στρατιώτες και το κυριότερο πληθυσμός με εντελώς διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις, με έντονες εντάσεις μεταξύ τους.

            Με την είσοδο των Οθωμανών έχουμε πλήρη ερήμωση της πόλης.

            Η ελίτ των Οθωμανών πήρε τα καλύτερα κτίρια στην παλιά πόλη και ο χριστιανικός πληθυσμός διέμενε στα περίχωρα.

            Έχουμε πολλούς εξισλαμισμούς γυναικών με εκούσιο τρόπο.

            Προς το τέλος του 17ου αι. έχουμε ασαφή διαχωρισμό στρατιωτών και πολιτών. Μέσα στο κάστρο κατοικούσαν οι Αρμένιοι ενώ έξω από αυτό οι Εβραίοι. Ο Χάνδακας ήταν ένα επικίνδυνο μείγμα νέων στρατιωτών και κατοίκων για τους χριστιανούς.

            Στον Χάνδακα χριστιανοί και μουσουλμάνοι συνδεόταν μεταξύ τους με πολλούς τρόπους όπως οι μικτοί γάμοι, οι εμπορικές συναλλαγές καθώς και οι καταθέσεις στα δικαστήρια λαμβάνονταν ως έγκυρες νομικά. Η τέλεση των μικτών γάμων αποτελούσε ένα σύνηθες φαινόμενο και έχουμε και την εφαρμογή του όρου κεπήνια «μικτοί γάμοι οι οποίοι διαλύονταν πολύ εύκολα».

            Η υπόθαλψη από τους Βενετούς της διαμάχης του Πατριάρχη με την Κρητική εκκλησία ήταν ένα από τα παραδείγματα του ότι δεν δέχτηκαν την ιδέα ότι ηττήθηκαν και να επιχειρήσουν να καταλάβουν τα Χανιά. Αν και επιδίωκαν την έλλειψη των ορθοδόξων επισκόπων προσπάθησαν να εξευμενίσουν τον ορθόδοξο πληθυσμό με το χτίσιμο των εκκλησιών.

            Η εκδίωξη των Βενετών ήταν καταλυτική για την πολιτισμική αλληλεπίδραση που έφερε.

            Στην αντίπερα όχθη οι Οθωμανοί από την πλευρά τους έδειχναν εύνοια προς την ορθόδοξη εκκλησία. Η επιλογή των μητροπολιτών από τους ραγιάδες και τους τοπικούς πρόκριτους είχε σαν αποτέλεσμα την δημιουργία αναταραχής μεταξύ του Πατριαρχείου και των χριστιανών της Κρήτης επιφέροντας τη διχόνοια στην κεντρική εκκλησία. Οι Σιναΐτες μοναχοί συγκρούονται με τους διαδοχικούς μητροπολίτες. Οι πρώτοι προασπίζονταν τα προνόμια των μοναχών. Οι διαμάχες αυτές κατέληξαν στην σύναψη Σιγγιλίου το 1777. Το Σιγγίλιο ήταν μια συμφωνία ανάμεσα στους μητροπολίτες της Κρήτης και στους Σιναΐτες μοναχούς.

            Ο καθολικισμός από την άλλη δεν έπαιξε κανένα ρόλο στα γεγονότα του Χάνδακα το 1669 και 1735. Οι Γάλλοι ιεραπόστολοι και οι εκκλησίες τους μάλιστα, επιδίωξαν τον έλεγχο της θρησκευτικής ζωής από τους ντόπιους. Οι Βενετοί διακατέχονταν από μια ασάφεια της θρησκευτικής ταυτότητας και κατάφεραν να εισχωρήσουν στα υψηλά κλιμάκια της Οθωμανικής διοίκησης στην Κρήτη. Οι χριστιανοί, οι μουσουλμάνοι και οι Οθωμανοί αξιωματούχοι είχαν τις πόρτες τους ανοιχτές για τις Βενετικές προτάσεις.

            Στην Κρήτη η φύση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν αβέβαιη.

            Καταλήγουμε λοιπός στο συμπέρασμα ότι κατά την πρώτη φάση της δεύτερης Τουρκοκρατίας όσοι εξισλαμίστηκαν ηθελημένα ή μη, εκτουρκίστηκαν στο σύνολο τους, σε αντίθεση των όσων τις τελευταίες δεκαετίες που επαναεκχριστιανίστηκαν.

            Περί το 1770 έχουμε στην Κρήτη την εξέγερση που ενθαρρύνθηκε από την Ρωσία, και για εξυπηρέτηση ιδίων σκοπών και συμφερόντων, και έμεινε στην ιστορία σαν τα «Ορλοφικά».

            Κατά τον 17ο αι και αρχές του 18ου αι. παρατηρείται το γεγονός όπου άτομα με απώτατη χριστιανική καταγωγή, να εξισλαμίζονται, να κάνουν μεταστροφή στο χριστιανισμό και να εξισλαμίζονται εκ νέου στην αρχή της δεύτερης οθωμανικής κυριαρχίας. Η εκ νέου υποταγή στους Οθωμανούς γινόταν κάποιες φορές με χαρά διότι οι υποσχέσεις τους ήταν καταλυτικές και ο αγροτικός πληθυσμός ήταν δυσαρεστημένος από τους Βενετούς. Η Υψηλή Πύλη επιδίωκε την διοικητική οργάνωση και την δίκαιη κατανομή των φόρων.

            Έχουμε εξισλαμισμό σε όλα τα κοινωνικά επίπεδα, και μια αιτία αυτού του γεγονότος, όπως υποστηρίζει ο Μιχαήλ Οικονόμου είναι και η θρησκευτική χαλαρότητα που επικρατούσε εκείνη την περίοδο. Εμφανίζεται το γεγονός της ύπαρξης μουσουλμάνων με ισλαμική ορθοδοξία.

            Εκτός από τους εξισλαμισμένους Χριστιανούς και τους λίγους Μουσουλμάνους οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στο νησί από άλλες περιοχές το πρώτο διάστημα μετά την κατάκτηση, στην Κρήτη αναφέρονται και άλλες ομάδες Μουσουλμάνων. Κατά το 18ο αι. απαντούν Αιθίοπες στις πόλεις του νησιού. Σημαντικός αριθμός Αράβων από την Αίγυπτο και τη Βεγγάζη, όπως και «Αιθιόπων», εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη στο διάστημα που ακολούθησε μετά το τέλος της επανάστασης του 1821-1830.

Οι περισσότεροι από αυτούς κατοικούσαν στις τρεις μεγάλες πόλεις του νησιού και κυρίως στα Χανιά. Έχει διατυπωθεί μάλιστα η άποψη ότι οι εποικισμοί αυτοί υπηρετούσαν σχέδιο αλλοίωσης της πληθυσμιακής αναλογίας μεταξύ των Χριστιανών και των Μουσουλμάνων της Κρήτης. Μετανάστες από τη Βεγγάζη κατέφυγαν επίσης στην Κρήτη κατά την τελευταία δεκαετία του 19ου αι. εξαιτίας του λιμού που επικρατούσε στην πατρίδα τους.

            Ήδη από το 18ο αι., κυρίως όμως σε όλη τη διάρκεια του 19ου αι. και αργότερα, ως την αναχώρηση τους από το νησί, κοινή ήταν η διαπίστωση ότι οι Μουσουλμάνοι της Κρήτης προέρχονταν από εξισλαμισμούς και δεν διέφεραν από τους Χριστιανούς συντοπίτες τους. Ακόμη και σε περιόδους πολεμικών αναμετρήσεων, όπως για παράδειγμα στην αρχή της επανάστασης του 1866-1869, αναφέρεται ότι «οι Οθωμανοί της Κρήτης κατ' ουδέν διαφέρουσι των Χριστιανών ειμή μόνον κατά το θρήσκευμα και το εθνικόν αίσθημα, ειδεμή γλώσσα, ήθη, έθιμα, χαρακτήρ είναι ο αυτός». Την ίδια άποψη είχαν και οι πολιτικοί αρχηγοί των χριστιανικών παρατάξεων στην Κρητική Βουλή κατά την περίοδο της Αυτονομίας, την οποία όμως δεν φαίνεται να συμμερίζονταν η πλειονότητα των Χριστιανών, ένα μεγάλο μέρος των αντιπροσώπων τους στη Βουλή και ορισμένοι κρατικοί λειτουργοί.

            Το μεγαλύτερο μέρος των Τουρκοκρητικών, όπως επικράτησε να αποκαλούνται από τα τέλη του 19ου αι. οι Μουσουλμάνοι του νησιού, κυρίως όσοι το εγκατέλειψαν με βάση τη Σύμβαση Ανταλλαγής της Λωζάννης, θεωρούσαν πατρίδα τους την Κρήτη. Ακόμη και σήμερα πολλοί Τουρκοκρητικοί δεύτερης και τρίτης γενιάς, οι οποίοι ζουν στη Σμύρνη, το Αϊβαλή, την Κωνσταντινούπολη και αλλού, εξακολουθούν να χρησιμοποιούν την κρητική διάλεκτο και να νοσταλγούν την «κρητική πατρίδα».

            Η αναμέτρηση μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων στην Κρήτη, η οποία κορυφώθηκε τα τελευταία χρόνια του 19ου και τις αρχές του 20ου αι., δεν μπορεί να ερμηνευτεί μόνο με τον εθνικό φανατισμό και την επιθυμία για ένωση με την Ελλάδα της χριστιανικής πλειοψηφίας. Η αγροτική κρίση, οι καταστροφές που προκάλεσαν οι διαδοχικές εξεγέρσεις κατά της οθωμανικής κυριαρχίας και η γενικότερη οικονομική καχεξία στην αυτόνομη Κρήτη δεν άφηναν περιθώρια συνδιαλλαγής και ειρηνικής συνύπαρξης μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Οι καταχρεωμένοι Χριστιανοί αγρότες βρίσκονταν σε δύσκολη θέση.

            Η απουσία ασφάλειας και το κλίμα αναρχίας που επικρατούσε στην κρητική ύπαιθρο ενθάρρυνε τις καταπατήσεις μουσουλμανικών ακινήτων ή την τρομοκράτηση των ιδιοκτητών με σκοπό τη μεταβίβαση των περιουσιών τους με χαμηλό τίμημα. Αρκετοί που δεν κατόρθωσαν να βελτιώσουν την οικονομική τους κατάσταση, Χριστιανοί κυρίως της δυτικής Κρήτης όπου οι μουσουλμανικές ιδιοκτησίες ήταν λιγότερες σε σχέση με την ανατολική, αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στο εξωτερικό, με κύριο προορισμό τη βόρεια Αμερική.

            Οι κρυπτοχριστιανοί διατήρησαν συνθήματα επικοινωνίας μεταξύ τους, οι γονείς μετέδιδαν την χριστιανική αλήθεια στα παιδιά τους και ζούσαν συνεχώς με το φόβο της αποκάλυψης. Διέσωσαν στην καρδιά τους την προγονική πίστη και την μεταβίβαζαν μέσα στην οικογένειά τους. Στο Μονοφάτσι όταν εξισλαμίσθηκαν ομαδικά μετά το 1770 απαντούσαν οι κρυφοί για τις περιποιημένες εκκλησίες τους, ότι οι πατέρες τους τους παρήγγειλαν να μην τις καταστρέφουν, γιατί είναι τόπος όπου κατοικεί ο Θεός, αλλά χλεύαζαν τις εικόνες. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι πρόσφεραν εξαιρετικές εθνικές υπηρεσίες και συχνά προστάτευαν τους άλλους χριστιανούς από τις αυθαιρεσίες των Τούρκων. Είναι χαρακτηριστική η φράση που κυκλοφορούσε το 1862 στην Κρήτη λόγω της ύπαρξης πολλών κρυφών χριστιανών :

« Τούρκος είσαι Μουσταφά; Τούρκος μα την Παναγιά!».

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

            Συμπερασματικά λοιπόν διαπιστώνουμε ότι :

            α.         Υπήρχε συμβίωση μουσουλμάνων και χριστιανών πολύ πριν την δημιουργία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η ενσωμάτωση των χριστιανών δεν έγινε πάντα με την χρήση βίας. Υπάρχουν περιπτώσεις εκούσιας επιδίωξης χριστιανών για προσάρτηση στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Οι θρησκευτικές, διοικητικές, ταξικές, κοινωνικές και όποιες άλλες διαιρέσεις επέβαλλε η οθωμανική διοίκηση, δεν σημαίνει αναγκαστικά πως «εξαφάνισαν» τις προϋπάρχουσες εθνικές ετερότητες.

            β.         Συγκρούσεις υπήρξαν με μόνο λόγο την ενσωμάτωση των χριστιανών αλλά επί το πλείστον η καθημερινή ζωή ήταν σε κλίμα ηρεμίας..

            γ.         Οι σχέσεις χριστιανών είχαν διακυμάνσεις τα οποία είχαν σχέση με το χρόνο, την περιοχή και τις πολιτικοοικονομικές εξελίξεις.

            δ.         Το Οθωμανικό κράτος με εντολή του σουλτάνου εφάρμοσε καθεστώς ελευθερίας απέναντι στους χριστιανούς υπηκόους του αλλά και στις δραστηριότητες τους (εμπόριο, ήθη, έθιμα).

            ε.         Ο ισλαμοχριστιανικός πολιτισμός έχει ένα κοινό χαρακτηριστικό, τον αγώνα των μοναρχών να επεκτείνουν την προσωπική τους δικαιοδοσία σε βάρος της θρησκευτικής. Οι δύο αυτοί πολιτισμοί πρέπει να αλλάξουν στάση και να μη βλέπει ο ένας τον άλλο ως εχθρό αλλά ως συνοδοιπόροι των πολιτικών αλλαγών που υφίσταται ο κόσμος.

            στ.       Η συνείδηση της εθνικής διαφορετικότητας των Ελλήνων απέναντι στους Οθωμανούς προκύπτει από δύο παράγοντες. Αφ' ενός από τη διαφορετική θρησκεία. Η Ορθοδοξία συμβάλλει στη διατήρησή τους κατά τους κλασικούς οθωμανικούς αιώνες, αυτό όμως δεν θα το κατόρθωνε χωρίς την ηθική δύναμη του ελληνισμού. Αφ' ετέρου από την πρακτική του οθωμανικού κράτους να απομονώνει τις εθνικές κοινότητες μεταξύ τους, κυρίως μάλιστα τις χριστιανικές, και έτσι να αναπτύσσεται κάθε μία χωριστά, χωρίς τη δυνατότητα διεκκλησιαστικών σχέσεων, γεγονός που θα μπορούσε να τις καταστήσει ισχυρές και συνεπώς επικίνδυνες για το οθωμανικό καθεστώς.

            ζ.         Έχουμε μεγάλη άνθηση των τεχνών. Σαν παράδειγμα αναφέρουμε τα Μετέωρα που αποτελούν μοναστικό κέντρο τοπικής επιρροής.

            Τελειώνοντας θα ήθελα να παρατηρήσω ότι η αντίληψη για τον δυνάστη Οθωμανό αποτελεί περισσότερο δημιούργημα της φαντασίας του λαού παρά την πραγματικότητα.

            Βέβαια δεν πρέπει να λησμονούμε ότι την ιστορία την γράφει ο νικητής και ο ηττημένος εκμεταλλεύεται της όποιες συγκρούσεις και απώλειες υπέρ του δέοντος, και όπως αναφέρει ο Albert Einstein σε επιστολή του προς τον Νίκο Καζαντζάκη την 02/07/1952, ¨….Είναι ίσως το αδυσώπητο πεπρωμένο τον ανθρώπων να κάνει αβάσταχτη την ύπαρξη των συνανθρώπων του…¨

 

ΟΥΑΙ ΤΟΙΣ ΗΤΤΗΜΕΝΟΙΣ

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΧΑΛΕΠΑΣ ΣΤΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΚΡΗΤΩΝ

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

            Το Κρητικό ζήτημα, αναπόσπαστο μέρος, συχνά σημείο αιχμής του όλου Ανατολικού ζητήματος στην ευρύτερη διάρκεια του 19ου αι., προσέγγισε στην τελική λύση του, όταν το 1897 τα μέλη της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας -οι έξι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής- επέβαλαν στην Τουρκία, να εκχωρήσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα, διατηρώντας την ψιλή μόνο επικυριαρχία και εγγυήθηκαν συλλογικά την εφαρμογή καθεστώτος αυτόνομου, υπό την προστασία τους, ορίζοντας ως ύπατο αρμοστή το δευτερότοκο γιο του βασιλέα των Ελλήνων. Στη βασική σύσταση του, το καθεστώς της αυτονομίας χαρακτηριζόταν από την πολλαπλότητα και, συχνά, τη σύγχυση στον καθορισμό της λειτουργίας των κύριων θεσμικών οργάνων του, μονομερών και συλλογικών, τοπικών και διεθνών.

ΓΕΝΙΚΟΙ ΔΙΟΙΚΗΤΕΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ-ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΑΝΤΙΠΑΛΟΤΗΤΕΣ

            Το Νοέμβριο του 1877 διορίστηκε από την Υψηλή Πύλη ως Γενικός Διοικητής της Κρήτης ο Κωστής Αδοσίδης πασάς, που ήταν μάλιστα, ο πρώτος Χριστιανός και διαδέχθηκε τον τότε διοικητή Χασάν Σαμίχ πασά. Ο Αδοσίδης έδειξε ενδιαφέρον για την ισονομία και για μία φιλελεύθερη διοίκηση στο νησί.

Παρέμεινε σ` αυτήν τη θέση μέχρι τη σύνταξη της Σύμβασης της Χαλέπας. Στην Κωνσταντινούπολη το ίδιο χρονικό διάστημα είχε γίνει μια καταγγελία, πως ο Αδοσίδης προσπάθησε να επιβάλει ηγεμονία στο νησί, κάτω από την προστασία της Αγγλίας.

            Η περίοδος 1878–1889 ήταν μια σχετικά ήρεμη περίοδος για το νησί, αφού δεν σημειώθηκε κάποια δυναμική επαναστατική δραστηριότητα. Με την υπογραφή της Σύμβασης της Χαλέπας και μετά από πολλές συζητήσεις, ο ίδιος ο σουλτάνος ανέθεσε το αξίωμα του Γενικού Διοικητή της Κρήτης στον Αλέξανδρο Καραθεοδωρή.

            Μέχρι το 1889 πέρασαν πέντε Γενικοί Διοικητές, όλοι τους ήταν Χριστιανοί. Ο Αλέξανδρος Καραθεοδωρής ήταν ο αντικαταστάτης του Κωστή Αδοσίδη, αλλά παρέμεινε μόνο για μικρό χρονικό διάστημα. Μετά από 2-3 εβδομάδες ως Γενικός Διοικητής, πήρε τη θέση του υπουργού των εξωτερικών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ο πρώην πρεσβευτής των Τούρκων στην Αθήνα Ιωάννης Φωτιάδης διορίστηκε στις 02/01/1879 ως αντικαταστάτης του Καραθεοδωρή.

Παρέμεινε σ` αυτή τη θέση ως το Μάιο του 1885. Κατά τη διάρκεια της θητείας του ιδρύθηκαν και λειτούργησαν πολλά σχολεία, δημιουργήθηκαν φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι και η δικαστική εξουσία άρχισε να οργανώνεται.

            Άρχισαν επίσης να εκδίδονται και ελληνικές εφημερίδες όπως :

            1.         Η εφημερίδα της Γενικής Διοικήσεως «Κρήτη» που υπήρχε ήδη από το 1867 και συνέχισε να εκδίδεται μέχρι το 1896.

            2.         Στα Χανιά εμφανίστηκαν μεταξύ άλλων οι εφημερίδες «τα Άπτερα» (1880-1881), «τα Λευκά Όρη» (1881-1885), η «Άμυνα» (1885-1887) και άλλες.

            3.         Στο Ηράκλειο κυκλοφόρησαν η «Μίνως» (1881-1889), η «Εβδομάς» (1885-1889) και άλλες.

            Ακόμα και στο Ρέθυμνο και στο Λασίθι εκδίδονταν εφημερίδες.

Στη διάρκεια της θητείας του Ιωάννη Φωτιάδη άρχισαν να εμφανίζονται πολιτικές διαμάχες μεταξύ των Χριστιανών. Ολόκληρη η Κρήτη χωρίστηκε σε δύο πολιτικά στρατόπεδα. Από τη μία ήταν οι συντηρητικοί, που ο λαός τους ονόμαζε «καραβανάδες», επειδή κατείχαν τις κρατικές θέσεις και υπήρχε η φήμη πως απομυζούσαν το δημόσιο ταμείο. Από την άλλη ήταν οι «ξυπόλυτοι», που αντιπροσώπευαν τις φιλελεύθερες και προοδευτικές τάσεις εκείνης της εποχής. Παρόμοια διαίρεση είχαν και οι Μουσουλμάνοι του νησιού. Υπήρχε το κόμμα των αγάδων και το κόμμα των μπέηδων. Αντίθετα από ότι θα περίμενε κανείς, οι αγάδες υποστήριζαν τους συντηρητικούς και οι μπέηδες τους προοδευτικούς.

Στους συντηρητικούς άνηκαν μεταξύ άλλων ο Χατζη-Μιχάλης Γιάνναρης, ο Ν. Σταυράκης, ο Ι. Σφακιανάκης και άλλοι ισχυροί παράγοντες του νησιού. Στους φιλελεύθερους άνηκαν ο δικηγόρος Κ. Μητσοτάκης, ο Κ. Μοάτσος, ο Αντ. Μιχελιδάκης. Αργότερα προσχώρησε στους φιλελεύθερους ο νεαρός Ελευθέριος Βενιζέλος, κάνοντας τότε τα πρώτα του βήματα στον πολιτικό στίβο.

Αυτές οι πολιτικές αντιπαλότητες δίχασαν τον κρητικό λαό που έφτασε σε πολλές ακρότητες, σε βανδαλισμούς και φόνους.

Το 1881 έγινε μια διεθνής σύσκεψη στην Κωνσταντινούπολη για τον καθορισμό των Ελληνοτουρκικών συνόρων. Στην Κρήτη έγινε μια κίνηση από τους Χριστιανούς, που ζήτησαν την Ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Οι Μουσουλμάνοι αντέδρασαν και διαμαρτυρήθηκαν στους πρόξενους των Μεγάλων Δυνάμεων ζητώντας να παραμείνουν τα πράγματα όπως είναι. Τελικά η Θεσσαλία τότε προσαρτήθηκε στην Ελλάδα, ενώ οι Κρητικοί για μία ακόμη φορά δεν κατάφεραν τίποτα.

Το 1885 η ένοπλη συγκέντρωση που ξεκίνησε ο Κ. Μητσοτάκης στα Μπουτσουνάρια Χανίων, η παραίτηση των δικαστών που ανήκαν στους «ξυπόλυτους», η αποχώρηση των βουλευτών από τη βουλή και η άρνηση του λαού να πληρώσει το φόρο της δεκάτης έδειξαν στην Υψηλή Πύλη πως ο Φωτιάδης - που η ίδια η κρητική βουλή τον είχε αποκηρύξει - έπρεπε να παραιτηθεί.

Στις 22/05/1885 διορίστηκε νέος Γενικός Διοικητής ο Ιωάννης Σάββας πασάς. Οι Χριστιανοί αντέδρασαν έντονα και αποδοκίμασαν αυτή την απόφαση της Κωνσταντινούπολης. Ο Ιωάννης Σάββας ήταν παλαιότερα διοικητής στο σαντζάκι Σφακίων (το 1866 με αγγαρείες των κατοίκων έφτιαξε στο Βάμο δρόμους, στρατώνες, ένα τζαμί, ένα σχολείο και ένα μεγαλοπρεπέστατο διοικητήριο), ήταν επίσης πολύ καλός γνώστης της τουρκικής γλώσσας και πολιτικής. Ήταν πρόσωπο αρεστό στο σουλτάνο και στους Μουσουλμάνους. Ο ίδιος παρέμενε Χριστιανός μόνο για λόγους σκοπιμότητας. Μόνο μετά από την παρέμβαση των πρόξενων των Μεγάλων Δυνάμεων που εγγυήθηκαν πως θα διοικούσε ορθά και «με πατρικήν διάθεσιν», μπόρεσε ο Ιωάννης Σάββας να ξεκινήσει την άσκηση των καθηκόντων του.

            Κατά τη διάρκεια της θητείας του έγινε το πραξικόπημα της Βουλγαρίας στην Ανατολική Ρωμυλία και αποκλείστηκαν τα λιμάνια της Ελλάδας, αλλά και της Κρήτης από το στόλο των Μεγάλων Δυνάμεων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι Κρητικοί να σταματήσουν τα όποια επαναστατικά σχέδια είχαν.

            Ο σουλτάνος βλέποντας πως ο Σάββας δυσκολευόταν να κρατήσει την τάξη στο νησί - ώστε να πραγματοποιεί έτσι τους σκοπούς των Τούρκων - τον αντικατέστησε στις αρχές του Φεβρουαρίου του 1887 με τον Κωνσταντίνο Ανθόπουλο.

            Ο Ανθόπουλος ασχολήθηκε περισσότερο με τα θέματα της δικαιοσύνης και της παιδείας. Δεν είχε όμως τόλμη και δύναμη στην πολιτική. Παρόλο που είχε προσωπικότητα «εξαιρετική», δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει τις κομματικές αντιπαλότητες. Οι δολοφονίες και τα «φυλετικά πάθη» αυξάνονταν διαρκώς, τα ταξίδια στην ύπαιθρο δεν ήταν ασφαλή, η διεξαγωγή του εμπορίου δεν τα πήγαινε καλά. Η κατάσταση στην Κρήτη ήταν τεταμένη και ο Ανθόπουλος παραιτήθηκε τελικά το Μάιο του 1888.

            Τη θέση του Ανθόπουλου πήρε ο Νικόλαος Σαρτίνσκης πασάς. Ο Σαρτίνσκης ήταν παλαιότερα διοικητής του σαντζακίου Σφακίων και είχε διαδεχθεί μάλιστα στη θέση αυτή τον Ιωάννη Σάββα. Οι Χριστιανοί τον δέχτηκαν «ευχαρίστως και με αγάπην». Οι τοπικές αντιθέσεις και οι πολιτικοί ανταγωνισμοί για μία ακόμη φορά δεν άφησαν τον διοικητή να εκτελέσει ομαλά το έργο του.

            Την άνοιξη του 1888 έγιναν εκλογές, τις οποίες κέρδισαν για πρώτη φορά μετά από μια δεκαετία οι «ξυπόλυτοι». Οι «καραβανάδες» ξεσηκώθηκαν από φόβο μην χάσουν την εξουσία τους. Κατηγόρησαν μάλιστα τον Σαρτίνσκη που δεν τους βοήθησε και «τρόμαζαν» στην περίπτωση που οι «ξυπόλυτοι» θα έδιωχναν τους δικούς τους ανθρώπους από τις δημόσιες θέσεις. Αποφάσισαν και συνέταξαν ολόκληρο σχέδιο δράσης, που θα το έθεταν σε εφαρμογή, στην περίπτωση που θα έχαναν τις εκλογές του 1889. Τον Μάρτιο του 1889 έγιναν οι δημοτικές εκλογές που κέρδισαν οι «ξυπόλυτοι». Τον Απρίλιο του 1889 έγιναν οι εκλογές για την ανάδειξη των αντιπροσώπων της Γενικής Συνέλευσης. Αναφέρεται μάλιστα πως αυτές οι εκλογές έγιναν μέσα σε όργιο νοθείας και παρανομίας. Οι «ξυπόλυτοι» θριάμβευσαν, αφού εξέλεξαν τα 2/3 των 49 χριστιανών αντιπροσώπων.

            Οι «καραβανάδες» αντέδρασαν σ` αυτό το αποτέλεσμα με περίεργο τρόπο: στη συνεδρίαση της 06/05/1889 πέντε μέλη των «καραβανάδων» υπέβαλαν ψήφισμα Ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα. Η πρόταση αυτή έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από τους περισσότερους βουλευτές.

            Οι μουσουλμάνοι βουλευτές εξαγριώθηκαν. Ο Σαρτίνσκης, ως πρόεδρος της Γενικής Συνέλευσης, κατάφερε με δυσκολία να διαλύσει τη συνεδρίαση και να εκδώσει ένταλμα σύλληψης των ηγετικών στελεχών των «καραβανάδων». Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να στραφεί η τουρκική κυβέρνηση ενάντια στον Γενικό Διοικητή και οι «ξυπόλυτοι» έμειναν στη Γενική Συνέλευση χωρίς αντιπολίτευση.

            Ο απλός λαός στο άκουσμα του ψηφίσματος και υποκινούμενος από μέλη των «καραβανάδων» που κατέφυγαν στα βουνά, παραμέρισε τις πολιτικές του διαφορές και κήρυξε την επανάσταση.

            Το 1889 η Οθωμανική Αυτοκρατορία περιόρισε σημαντικά τα προνόμια των Κρητών μετά την επανάσταση που ξέσπασε με πρωτοβουλία των ηγετών του συντηρητικού κόμματος (καραβανάδων) και ανέθεσε στον συνταγματάρχη Ταξίν την αστυνόμευση της Κρήτης θέτοντας τον επικεφαλής σώματος 200 ανδρών που στρατολογήθηκαν στην Μακεδονία. Η επανάσταση του 1889 καταπνίγηκε μετά από ένα οκτάμηνο. Ακολούθησαν σφαγές χριστιανών, πυρπολήσεις χωριών, βεβηλώσεις και καταστροφές ναών και άλλες βιαιοπραγίες, κάτι που ανάγκασε το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως να κηρύξει την Εκκλησία "υπό διωγμό". Σε ένδειξη διαμαρτυρίας σε ορισμένες επαρχίες έκλεισαν όλοι οι ναοί και απεστάλησαν επιστολές διαμαρτυρίας προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.

            Στις 03/09/1895 ξέσπασε νέα επανάσταση αλλά οι σφαγές των Οθωμανών δεν σταμάτησαν και στις 11/05/1896 ο χριστιανικός πληθυσμός των Χανίων, ο οποίος αποτελούσε μειονότητα στην πόλη, υπέστη μεγάλη σφαγή, όπως και τον επόμενο χρόνο 1897, οπότε και πυρπολήθηκαν και τα κοινοτικά καταστήματα απέναντι από τον καθεδρικό ναό, που περιλάμβαναν το επισκοπικό μέγαρο και το παρθεναγωγείο. Τότε ξέσπασε η Επανάσταση του 1897-1898. Η αποστολή ελληνικών στρατευμάτων στο νησί οδήγησε στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 κατά τον οποίο τα οθωμανικά στρατεύματα νίκησαν κατά κράτος τα αντίστοιχα ελληνικά στο Θεσσαλικό μέτωπο, συνθηκολόγηση της Ελλάδος και φυσικά απόσυρση οποιασδήποτε βοήθειας ή υποστήριξης προς την Κρήτη.

Η ΕΠΕΜΒΑΣΗ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

            Οι Μεγάλες Δυνάμεις, που πάντοτε ενδιαφέρονταν για την Κρήτη λόγω της στρατηγικής της σημασίας και από καιρό είχαν συγκεντρώσει τους στόλους τους γύρω από το νησί, αποφάσισαν με τη Συνθήκη του Βερολίνου το 1896 να προχωρήσουν σε οριστική λύση του κρητικού ζητήματος, με τη διεθνή κατοχή του νησιού και την ανακήρυξή του σε αυτόνομη Πολιτεία, ενώ στις 21/01/1897 ελληνικά στρατεύματα με δύναμη 1.500 αντρών και διοικητή τον υπασπιστή του βασιλιά Τιμολέοντα Bάσσο αποβιβάστηκαν εκεί για να την ελευθερώσουν και να την ενώσουν με την Ελλάδα. Οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις όμως παρενέβησαν αποβιβάζοντας κι αυτές δυνάμεις για να σταματήσουν οι εχθροπραξίες. Στις 18/02 ο Ελληνικός στόλος αποσύρθηκε και ο Ελληνικός στρατός υποχώρησε στην ξηρά και κατευθύνθηκε βόρεια προς την Θεσσαλία και την Ήπειρο. Στις 20/03 του ίδιου χρόνου οι Μεγάλες Δυνάμεις χώρισαν το νησί σε διεθνείς τομείς, ενώ τα Χανιά και η γύρω περιοχή της πρωτεύουσας έγιναν πολυεθνικός τομέας. Οι Άγγλοι διοικούσαν το νομό Ηρακλείου, οι Ρώσοι το νόμο Ρεθύμνου, οι Γάλλοι το νομό Λασιθίου και οι Ιταλοί τους νομούς Χανίων και Σφακιών.

Στις 25/08/1897, ο Ελευθέριος Βενιζέλος έστειλε διακοίνωση στον αρχηγό του ευρωπαϊκού στόλου, αναφέροντας ότι η μόνη σωστή λύση του Κρητικού ζητήματος θα ήταν η ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Αφού όμως η Ελλάδα απέσυρε τη στρατιωτική δύναμη που είχε στο νησί, αναγνωρίζοντας την αυτονομία του, θα έπρεπε και η Κρήτη, για να μην φέρει σε δύσκολη θέση την Αθήνα, να δεχθεί ως προσωρινή λύση την αυτονομία, εναποθέτοντας τις ελπίδες για οριστική λύση στις Μεγάλες Δυνάμεις. Οι Οθωμανοί πρότειναν να γίνει ανταλλαγή της Κρήτης με τη Θεσσαλία που την κατείχε ο στρατός τους. Η πρόταση αυτή απορρίφθηκε καθώς θεωρήθηκε εμπαιγμός και για τους Κρητικούς και για τις Μεγάλες Δυνάμεις.

Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

            Ο πρίγκιπας Γεώργιος της Ελλάδας ορίστηκε Ύπατος Αρμοστής Κρήτης με τριετή θητεία. Στις 09/12/1898 έφθασε στη Σούδα με τη ρωσική ναυαρχίδα "Νικόλαος Α΄", συνοδευόμενη και από πλοία των άλλων Δυνάμεων, όπου του επιφυλάχθηκε αποθεωτική υποδοχή. Τον υποδέχτηκαν στη Σούδα οι ναύαρχοι Ποττιέ, Νόελ, Σκρύδλωφ και Μπέτολλο, και ο ενθουσιώδης κρητικός λαός. Ο πρόεδρος του συμβουλίου των ναυάρχων, ο Γάλλος ναύαρχος Ποττιέ, του παρέδωσε επίσημα στο Διοικητήριο Χανίων τη διοίκηση της Κρήτης, ενώ τα ευρωπαϊκά πολεμικά, έξω από το λιμάνι, χαιρέτιζαν με κανονιοβολισμούς την ύψωση της κρητικής σημαίας.

Σε σύντομο διάστημα ο Γεώργιος ανέθεσε σε επιτροπή από 16 μέλη (12 χριστιανούς και 4 μουσουλμάνους), με πρόεδρο τον Ιωάννη Σφακιανάκη, τη σύνταξη σχεδίου Συντάγματος που θα ενέκρινε η Κρητική Συνέλευση, η οποία συγκροτήθηκε στις 09/01/1899, ενώ ταυτόχρονα προκηρύχθηκαν για τις 24 του ίδιου μήνα εκλογές των πληρεξουσίων. Στις 08/02 έγινε η πρώτη συνεδρίαση της Κρητικής Συνελεύσεως που αποτελείτο από 138 χριστιανούς και 50 μουσουλμάνους. Η Συνέλευση, με πρόεδρο τον Σφακιανάκη, ψήφισε το Σύνταγμα της Κρητικής Πολιτείας. Μετά την επικύρωσή του από τον Ύπατο Αρμοστή και την έγκρισή του, από τις Μεγάλες Δυνάμεις, το Σύνταγμα δημοσιεύτηκε στις 15/04/1899 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

            Στις 27/04/1899, ο Ύπατος Αρμοστής όρισε Συμβούλιο του Ηγεμόνα (δηλαδή κυβέρνηση) από τους Κρητικούς αρχηγούς συνιστώμενη από πέντε Ανώτερες Διευθύνσεις, αντίστοιχες με τα σημερινά Υπουργεία. Οι σύμβουλοι με τις διευθύνσεις τους ήταν: Ελευθέριος Βενιζέλος της Δικαιοσύνης, Μανούσος Κούνδουρος των Εσωτερικών, Νικόλαος Γιαμαλάκης της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και των Θρησκευμάτων, Κωνσταντίνος Φούμης των Οικονομικών και Χασάν Σκυλιανάκης της Δημοσίας Ασφαλείας. Από τους αρχηγούς δεν συμμετείχε στο συμβούλιο μόνο ο Ιωάννης Σφακιανάκης, επειδή υπέβαλε στον Αρμοστή ένα σχέδιο για το οριστικό πολίτευμα του νησιού, αλλά ο Γεώργιος δεν το ενέκρινε.

            Το συμβούλιο ξεκίνησε την προσπάθεια να οργανώσει κράτος.

            Στις 18 Μαΐου, ο Βενιζέλος υπέβαλε πλήρη δικαστική νομοθεσία. Άρχισαν όμως οι διαφωνίες. Ο Γεώργιος, σκοπεύοντας να ταξιδέψει στην Ευρώπη, ανακοίνωσε στον κρητικό λαό ότι "κατά την διάρκειαν του ταξιδίου του θα εζήτει από τας Μεγάλας Δυνάμεις την ένωσιν της Κρήτης και ήλπιζε να επιτύχει ταύτην λόγω των συγγενικών του δεσμών". Η ανακοίνωση έγινε χωρίς να το ξέρει το συμβούλιο. Ο Βενιζέλος είπε στον πρίγκιπα ότι δεν θα ήταν καλό να δίνει στον λαό ελπίδες για κάτι που δεν ήταν εκείνη τη στιγμή δυνατό να πραγματοποιηθεί. Όντως δε οι Μεγάλες Δυνάμεις απέρριψαν το αίτημα του Γεωργίου. Επήλθε πολλές φορές διάσταση μεταξύ των δύο ανδρών και ο Βενιζέλος επανειλημμένα υπέβαλε παραίτηση.

Όταν συζητήθηκε στο συμβούλιο ο προϋπολογισμός, ο Βενιζέλος είπε ότι το νησί δεν ήταν αυτόνομο αφού κατεχόταν στρατιωτικά από τέσσερις δυνάμεις και το κυβερνούσε εντολοδόχος τους. Θα έπρεπε, όταν θα έληγε η θητεία του πρίγκιπα, να ζητηθεί από τις Μεγάλες Δυνάμεις να επιτρέψουν στη συνέλευση, με βάση το άρθρο 39 του συντάγματος (που το είχε καταργήσει η συνδιάσκεψη της Ρώμης) να εκλέξει ανώτατο άρχοντα, οπότε δεν θα χρειαζόταν η παρουσία ξένων στρατευμάτων. Μ' αυτόν τον τρόπο το νησί θα απαλλασσόταν από τον στρατό κατοχής και την δι' αντιπροσώπου των Μεγάλων Δυνάμεων διακυβέρνηση, και θα μπορούσε ευκολότερα να πετύχει τον στόχο, που ήταν η ένωση με την Ελλάδα. Αυτή την πρόταση θα εκμεταλλευθούν οι αντίπαλοι του Βενιζέλου για να πουν ότι ήθελε την Κρήτη αυτόνομη ηγεμονία. Σε απάντηση, εκείνος υπέβαλε και πάλι την παραίτησή του με το αιτιολογικό ότι του ήταν αδύνατο πλέον να συνεργαστεί με τα υπόλοιπα μέλη του συμβουλίου και διαβεβαίωσε ότι δεν σκόπευε να ασκήσει αντιπολίτευση.

            Στις 17/05/1901, σε έκθεσή του εξέθεσε τους λόγους που τον υποχρέωναν να παραιτηθεί, την δε επομένη τους είπε και προφορικά στον Ύπατο Αρμοστή. Στις 18/05 ο Βενιζέλος απολύθηκε επειδή δημόσια υποστήριξε απόψεις αντίθετες μ' αυτές που πρέσβευε ο Αρμοστής. Και τέθηκε πλέον επικεφαλής της αντιπολίτευσης. Επί τρία χρόνια διεξήχθη μια σκληρότατη πολιτική διαμάχη, η διοίκηση παρέλυσε και κυριάρχησε η οξύτητα στο νησί.

            Αναπόφευκτα, τον Μάρτιο του 1905 ξέσπασε επανάσταση, της οποίας επικεφαλής τέθηκε ο Βενιζέλος.

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΔΙΕΘΝΩΝ ΘΕΣΜΩΝ

            Οι Μεγάλες Δυνάμεις αναμείχθηκαν στο Κρητικό ζήτημα από την αρχή των συγκρούσεων ανάμεσα στο Χριστιανικό και τον Μουσουλμανικό πληθυσμό για να εξασφαλίσουν την ειρήνευση του νησιού και για να αποτρέψουν μονομερή δράση της μιας από τις Δυνάμεις. Όλες τους οι ενέργειες είχαν χαρακτήρα συλλογικό στο πλαίσιο της Συμφωνίας της Ευρώπης. Οι Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιφόρτισαν τους Προξένους τους στα Χανιά να επιδιώξουν την κατάπαυση των εχθροπραξιών και τους Πρεσβευτές τους στην Κωνσταντινούπολη να μελετήσουν το Κρητικό ζήτημα και να εισηγηθούν μέτρα για τη ρύθμισή του. Έτσι συγκροτήθηκαν δύο σώματα, οι Πρόξενοι στα Χανιά και η Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη στην Κωνσταντινούπολη.

            Οι Πρόξενοι δέχονταν οδηγίες από τη Συνδιάσκεψη των Πρεσβευτών, η οποία με τη σειρά της ενημέρωνε τις κυβερνήσεις των Δυνάμεων και επικοινωνούσε με την Πύλη. Ως μέλη της Συνδιάσκεψης, ενός συλλογικού οργάνου χωρίς νομική υπόσταση, οι Πρεσβευτές επικοινωνούσαν ταυτόχρονα και με ταυτόσημα κείμενα τόσο με τις κυβερνήσεις τους και με τους Προξένους τους, όσο και με την Πύλη. Το ίδιο έκαναν και οι Πρόξενοι. Η διαδικασία αυτή, που είχε εφαρμοστεί από τη Συμφωνία της Ευρώπης και σε άλλες παρόμοιες κρίσεις του Ανατολικού Ζητήματος, εξασφάλιζε τη βιωσιμότητα της διαδικασίας. Το καλοκαίρι του 1896 η Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη είχε καταλήξει σε ένα διακανονισμό, του οποίου την εφαρμογή κλήθηκε να επιβλέψει.

Έτσι, στις 27/08/1896 συγκρότησε το Συμβούλιο των Προξένων, το οποίο είχε ως αποστολή να επιβλέπει την εφαρμογή του διακανονισμού και να παρακολουθεί την εξέλιξη των σχετικών μέτρων. Παράλληλα λοιπόν με την αρχή του Γενικού Διοικητή ο οποίος ασκούσε την εξουσία στο όνομα της Πύλης, δημιουργήθηκε στην Κρήτη μια παράλληλη αρχή, εκείνη του Συμβουλίου των Προξένων, το οποίο, αν και δεν ασκούσε κυριαρχικά δικαιώματα, εντούτοις, εν ονόματι της Πρεσβευτικής Συνδιάσκεψης, επέβλεπε την εφαρμογή του διακανονισμού του 1896.

            Αυτό και μόνο συνιστούσε περιορισμό της κυριαρχίας του Σουλτάνου.

            Το κύρος των διεθνών οργάνων που επόπτευαν την εξέλιξη του Κρητικού ζητήματος υπέστη ισχυρό κλονισμό εξαιτίας της επιδείνωσης των σχέσεων ανάμεσα στους Χριστιανούς και τους Μουσουλμάνους στις αρχές του 1897. Οι Δυνάμεις ενίσχυσαν τις ναυτικές τους μοίρες που περιέπλεαν στην περιοχή, ενώ οι κυβερνήσεις μελετούσαν την πιθανότητα αποβίβασης αγημάτων για την προστασία υπηκόων και προξενείων.

            Το Συμβούλιο των Προξένων εισηγήθηκε σειρά μέτρων :

                        1.         Την απόσυρση των Τουρκικών στρατευμάτων.

                        2.         Την ανάκληση των Ελληνικών πλοίων.

                        3.         Την προσωρινή κατάληψη των πόλεων από διεθνείς δυνάμεις.

                        4.         Την άμεση οργάνωση διεθνούς δύναμης χωροφυλακής και την εισαγωγή των μεταρρυθμίσεων.

            Μετά από τη δημιουργία του Συμβουλίου των Ναυάρχων τον Μάρτιο του 1897 η Πρεσβευτική Διάσκεψη περιορίστηκε στα αυστηρά διπλωματικά της καθήκοντα. Τελικά το 1899 μία νέα Πρεσβευτική Διάσκεψη, στη Ρώμη, αντικατέστησε εκείνη της Κωνσταντινούπολης στο ρόλο του ελέγχου του καθεστώτος της Κρήτης. Η Πρεσβευτική Διάσκεψη της Ρώμης δεν ήταν ένα διαρκές όργανο αλλά συνεδρίαζε όποτε υπήρχαν θέματα του Κρητικού ζητήματος για επίλυση, τα οποία ξεπερνούσαν τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου των Προξένων. Για παράδειγμα το 1899 ενέκρινε το Σύνταγμα της Κρητικής Πολιτείας που είχε επεξεργαστεί η Κρητική Συνέλευση.

 

Η ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ

            Η αφετηρία της άσκησης της προστασίας των Δυνάμεων στην Κρήτη τοποθετείται στην πράξη με την οποία το νησί τους παραχωρήθηκε ως παρακαταθήκη, en depot. Συγκεκριμένα, στις 14/02/1897 η Πρεσβευτική Διάσκεψη εισηγήθηκε προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις τα μέτρα που είχαν προτείνει οι Πρόξενοι. Οι Πρεσβευτές αποφασίζουν να υποστηρίξουν προς τις κυβερνήσεις τους την πρόταση για άμεση αποβίβαση στις πόλεις και σε σημεία του νησιού, τα οποία οι διοικητές των ξένων ναυτικών δυνάμεων κρίνουν σκόπιμο να καταλάβουν, αγημάτων τα οποία θα προστάτευαν την Κρήτη από κάθε ενέργεια αντίθετη προς το διεθνές δίκαιο.

            Αυτή η προσωρινή κατοχή θα συνιστούσε ένα είδος παρακαταθήκης του νησιού στα χέρια των Μεγάλων Δυνάμεων. Η φράση είναι μία έννοια που η διπλωματική ορολογία της εποχής δανείστηκε από το ιδιωτικό δίκαιο για να δηλώσει ότι η Συμφωνία της Ευρώπης προέβαινε στην προσωρινή κατάληψη εδάφους κυρίαρχης χώρας, το οποίο σκόπευε να διοικήσει. Χωρίς δηλαδή να καταργείται η κυριαρχία του Σουλτάνου, η άσκησή της περνούσε προσωρινά στα χέρια των Δυνάμεων.

            Η έννοια της παρακαταθήκης επέτρεπε στις Δυνάμεις, διατηρώντας την επίφαση της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, να ασκούν σε ένα τμήμα της, προσωρινά, όλες τις εξουσίες που απορρέουν από την έννοια της κυριαρχίας. Ωστόσο πρόθεση των Δυνάμεων, όταν επινόησαν αυτή τη φόρμουλα, δεν ήταν να διαφυλάξουν ως παρακαταθήκη την Κρήτη για λογαριασμό του Σουλτάνου αλλά να αποτρέψουν την επέμβασή του στο νησί και να διαχειριστούν ελεύθερα την Κρητική κρίση.

            Και πράγματι, στο διάστημα της άσκησης της παρακαταθήκης, η Πύλη έχασε σταδιακά αλλά οριστικά την κυριαρχία της πάνω στο νησί. Σε στιγμή κρίσης οι Δυνάμεις προχώρησαν στο μέτρο χωρίς να ζητήσουν την έγκριση της κυρίαρχης δύναμης με το πρόσχημα που τους είχε παράσχει το αρχικό αίτημα του Αυγούστου 1896 της Πύλης προς τις Δυνάμεις «να παράσχουν τις καλές τους υπηρεσίες» για την ειρήνευση του νησιού. Επικαλούμενες το θεσμό της παρακαταθήκης οι Δυνάμεις είχαν στο εξής τη δυνατότητα να αποκρούουν κάθε απόπειρα επέμβασης της Πύλης για προστασία των Μουσουλμάνων ή για αποκατάσταση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων.

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΝΑΥΑΡΧΩΝ

            Από την έναρξη της διεθνούς κατοχής της Κρήτης από τα στρατεύματα των Μεγάλων Δυνάμεων ο ρόλος των Πρεσβευτών τους στην Κωνσταντινούπολη και των Προξένων στα Χανιά πέρασε σε δεύτερη μοίρα. Την εξουσία στο όνομα της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας, καθώς και τον έλεγχο της διοίκησης του νησιού, ακόμη και την επικοινωνία με τις Κρητικές αρχές ανέλαβε το Συμβούλιο των Ναυάρχων. Οι αρχηγοί των ναυτικών μοιρών των έξι Δυνάμεων αποτέλεσαν συλλογικό σώμα με προεδρεύοντα τον αρχαιότερο μεταξύ αυτών. Πρώτος Πρόεδρος έγινε ο Ιταλός Αντιναύαρχος Κανεβάρο και στη συνέχεια ο Γάλλος Αντιναύαρχος Ποττιέ.

            Τον Μάρτιο του 1898, δυσαρεστημένες από την μείωση της κυριαρχίας της Πύλης στο νέο πολίτευμα της Κρήτης και κυρίως από την υποψηφιότητα του Πρίγκιπα Γεωργίου για τη θέση του Αρμοστή, οι Κυβερνήσεις της Αυστρίας και της Γερμανίας απέσυραν τις ναυτικές και στρατιωτικές τους δυνάμεις από την Κρήτη. Τα μέλη του Συμβουλίου περιορίστηκαν στο εξής σε τέσσερα. Οι Ναύαρχοι συνεδρίαζαν σε ολομέλεια, λάμβαναν τις αποφάσεις τους με ομοφωνία και δέχονταν ταυτόσημες οδηγίες από τις κυβερνήσεις τους συνήθως μέσω των αντίστοιχων Υπουργείων Ναυτικών. Ήταν μία διαδικασία που είχε υιοθετηθεί και στο παρελθόν σε παρόμοιες περιπτώσεις:

            Για παράδειγμα στην περίπτωση των τριών Ναυάρχων της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, Codrington, de Rigny και Heyden αντίστοιχα, οι οποίοι είχαν λάβει οδηγίες να εφαρμόσουν τη Συνθήκη του Λονδίνου της 06/07/1827 για τη δημιουργία του Ελληνικού Κράτους. Οι αρμοδιότητες των Ναυάρχων επεκτάθηκαν σταδιακά πέρα από την αρχική τους εντολή, που ήταν η προσωρινή κατοχή για την ειρήνευση του νησιού. Οι καθημερινές ανάγκες επέβαλαν την προσωρινή μεν αλλά σταδιακή επέκταση των αρμοδιοτήτων τους. Στην αρχή, ανέλαβαν την εκπροσώπηση των ίδιων των Δυνάμεων και τη μεσολάβηση με το Χριστιανικό πληθυσμό.

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ

            Στην εκπνοή του 19ου αι., η Κρήτη αναγνωρίζεται ως αυτόνομη πολιτεία υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων, που το Δεκέμβριο του 1898, διορίζουν ύπατο αρμοστή του νησιού τον πρίγκιπα Γεώργιο, δευτερότοκο γιο του Γεωργίου Α' της Ελλάδας.

1899

16 Φεβρουαρίου: Η Κρητική Πολιτεία αποκτά Σύνταγμα. Στις 29 του ίδιου μήνα σχηματίζεται η πρώτη κυβέρνηση. Υπουργός (σύμβουλος επί της Δικαιοσύνης) αναλαμβάνει ο Ελευθέριος Βενιζέλος.

1901

Ανανεώνεται για μια πενταετία η θητεία του αρμοστή πρίγκιπα Γεωργίου.

22 Φεβρουαρίου: Ο Ελ. Βενιζέλος αναπτύσσει στο Ηγεμονικό Συμβούλιο τις απόψεις του για την ένωση. Θεωρεί ότι, λόγω της στρατηγικής σημασίας του νησιού, οι ισχυροί της Ευρώπης δεν επιθυμούν την ένωση. Εισηγείται τη λύση της πλήρους αυτονομίας, με αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων. Με τη διοίκηση της στελεχωμένη από Έλληνες και το στρατό οργανωμένο από Έλληνες αξιωματικούς, η Κρήτη, ελεύθερη πλέον να αναπτύξει τις σχέσεις της με την Ελλάδα, θα προχωρήσει, μόλις το επιτρέψουν οι συνθήκες, στην ένωση. Ο Γεώργιος, αντίθετα, πιστεύει ότι μπορεί, χάρη στους συγγενικούς του δεσμούς με τους εστεμμένους της Ευρώπης, να επιτύχει την άμεση ενσωμάτωση. Ο Βενιζέλος, δημοσιεύει τις απόψεις του στον αθηναϊκό Τύπο. Επέρχεται ρήξη. Ο ύπατος αρμοστής απολύει τον σύμβουλο του επί της Δικαιοσύνης. Ο Βενιζέλος τίθεται επικεφαλής των δυσαρεστημένων από τους χειρισμούς του Γεωργίου.

1905

10 Μαρτίου: Ο Βενιζέλος, επικεφαλής 600 ένοπλων, ξεκινά, στο χωριό Θέρισο, επαναστατικό κίνημα. Ο αρμοστής δεν επιλέγει τη βίαια αναμέτρηση. Οι Δυνάμεις ενθαρρύνουν την πολιτική διευθέτηση της κρίσης. 15 Ιουλίου: Ο Βενιζέλος απορρίπτει συμβιβαστική πρόταση της Κρητικής Συνέλευσης.

30 Ιουλίου: Οι πρόξενοι των Δυνάμεων κηρύσσουν στρατιωτικό νόμο. 2 Νοεμβρίου: Συνάντηση του Βενιζέλου με τους προξένους. Υπογράφεται πρωτόκολλο τερματισμού του κινήματος.

1906

Φεβρουάριος: Διεθνής επιτροπή αναλαμβάνει να εξετάσει επιτοπίως το ζήτημα και να συντάξει έκθεση. 23 Ιουλίου: Επιδίδεται στον αρμοστή το κείμενο της νέας ρύθμισης: ίδρυση κρητικής πολιτοφυλακής, αναθεώρηση του Συντάγματος, αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων.

14 Αυγούστου: Οι Μεγάλες Δυνάμεις εκχωρούν στον βασιλιά της Ελλάδας το δικαίωμα να ορίζει τον ύπατο αρμοστή.

12 Σεπτεμβρίου: Ο πρίγκιπας Γεώργιος, ύστερα από υπόδειξη του πατέρα του, υποβάλει την παραίτηση του και αναχωρεί από την Κρήτη. 18 Σεπτεμβρίου: Φθάνει στο νησί ο νέος ύπατος αρμοστής Αλέξανδρος Ζαΐμης.

1908

20 Μαρτίου: Ο Αλ. Ζαΐμης ζητεί την εκκένωση της Κρήτης από τα ξένα στρατεύματα, όπως προέβλεπε η ρύθμιση του 1906.

15 Ιουλίου: Αναχωρούν οι πρώτοι ξένοι στρατιώτες.

Σεπτέμβριος: Αναβρασμός σε Ελλάδα και Κρήτη όταν η Αυστρία προσαρτά τη Βοσνία και την Ερζεγοβίνη, και η Βουλγαρία την Ανατολική Ρωμυλία. Η Κρητική Συνέλευση αποφασίζει, με την ενθάρρυνση του Έλληνα πρωθυπουργού Γ. Θεοτόκη, την κατάλυση της υφιστάμενης τάξης και την εκλογή 5μελούς Εκτελεστικής Επιτροπής, που αναλαμβάνει να κυβερνήσει το νησί στο όνομα του βασιλιά της Ελλάδας.

Οκτώβριος: Η συνέλευση κηρύσσει την ανεξαρτησία της Κρήτης και την ένωση. Η Τουρκία απειλεί την Ελλάδα με πόλεμο. Ο πρωθυπουργός Δ. Ράλλης δηλώνει ότι η χώρα θα σεβαστεί τις αποφάσεις των Μ. Δυνάμεων.

1909

15 Ιουλίου: Αποχωρούν από την Κρήτη και τα τελευταία ξένα στρατεύματα. Οι Κρήτες υψώνουν την ελληνική σημαία στην είσοδο της Σούδας και στα δημόσια κτίρια. Η Τουρκία αντιδρά με οργισμένο διάβημα, αλλά ο Βενιζέλος, υπεύθυνος εξωτερικών υποθέσεων της Εκτελεστικής Επιτροπής, αρνείται να υποστείλει τη σημαία. 18 Αυγούστου: Παραίτηση της Εκτελεστικής Επιτροπής. Άγημα των μεγάλων δυνάμεων αποβιβάζεται και υποστέλλει τη σημαία. Τέσσερις μέρες νωρίτερα, στην Αθήνα, τη νύχτα της 14/08/1909, το κίνημα στο Γουδί δρομολογούσε εξελίξεις που έμελλε να αποδειχθούν καθοριστικές για ολόκληρο τον ελληνισμό.

ΣΥΜΕΡΑΣΜΑΤΑ

            Οι μεγάλες Δυνάμεις γνωρίζουν πως το κρητικό ζήτημα, μόνιμη εστία ταραχών που παρακωλύουν την αγγλική κυρίως ναυσιπλοΐα στη Μεσόγειο, δεν είναι δυνατό να διαιωνίζεται, και σπεύδουν να δώσουν οριστική λύση με την ευκαιρία της επανάστασης του 1896. Έτσι, το 1897 αποφασίζουν την αυτονομία της Κρήτης, υπό συμβολική μόνο επικυριαρχία του Σουλτάνου, με χριστιανό ηγεμόνα, που θα εγκατασταθεί ευθύς μόλις φύγουν το ταχύτερο τα τουρκικά στρατεύματα.

            Στην Ελλάδα δίνεται προθεσμία έξι ημερών για να αποσύρει το στρατό και το ναυτικό της από την Κρήτη, ενώ η Πύλη αποδέχεται εύκολα το καθεστώς της αυτονομίας. Η κατοχή της Κρήτης είναι και για τους Τούρκους ένα πολύ βασανιστικό πρόβλημα, αφού δεν περνούν καθόλου καλά εκεί, έτσι που οι Κρητικοί τους έχουν κάνει το βίο αβίωτο. Τουρκική κυβέρνηση, ελληνική κυβέρνηση, Κρητικοί και μεγάλες Δυνάμεις, όλοι συμφωνούν τελικά για την αυτονομία της Κρήτης, εκτός από την Εθνική εταιρεία  που ζητά την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα με τα όποια καταστροφικά αποτελέσματα που προέκυψαν μετά τον ατυχή πόλεμο του 1897.

«Νυν υπέρ πάντων, η καταστροφή της Ελλάδας»

16 Απρ 2020

Με τα Κύματα


Θάλασσα σκοτεινή
θάλασσα μαγεμένη
η μοναξιά της θαλπωρής,
στα κύματα είναι θαμμένη.
Θαυμάζοντας, βλέποντας,
σεβόμενος την αλμύρα,
μέσα μου καρτερικά, ξυπνά,
του κόσμου όλου η αριστεία.
Με το μυαλό, με την ψυχή,
νιώθω ανάλαφρα, απελευθερωμένα,
τις δυσκολίες της στιγμής,
αφήνω στα κύματα τα ξεθυμασμένα.

                                                                        Αντώνης Ψαρουδάκης

ΣΚΕΨΕΙΣ


            Θέλοντας να διαχωρίσει την ευχαρίστηση με τη μη ευχαρίστηση ο άνθρωπος, είναι γεννημένος για να επιδιώκει την ευχαρίστηση και να αποφεύγει το δυσάρεστο. Η ιδέα της ευχαρίστησης και του ωφελιμισμού βρίσκεται παντού, και συνδέεται με την κατοχή. Χρησιμοποιώντας όρους, όπως το ένστικτο του θανάτου και το ένστικτο του έρωτα προσπαθούμε να εντάξουμε τη διαπάλη του συγκεκριμένου ζεύγους στην καθημερινή μάχη του ανθρώπου μεταξύ διατήρησης της ζωής του και της επανάληψης αυτοκαταστροφικών συμπεριφορών.

            Η «αμαρτία» λοιπόν είναι μία από τις βασικές παραμέτρους για την προσπάθεια κατηγοριοποίησης δραστηριοτήτων της όποιας ευχαρίστησης. Η άλλη είναι ο εξορθολογισμός, με την έννοια αφενός της λογικής πειθαρχίας στις δραστηριότητες και αφετέρου της διαδικασίας της «απομάγευσης».

            Υπογραμμίζοντας τις αποξενωμένες μορφές της ύπαρξής μας, που μετατρέπονται σε αντικειμενικά όρια και μεταβάλουν ακόμα και την χαροποίηση όπως αυτή καταγράφεται στην στιγμιαία ευχαρίστηση της μανίας του τουρισμού, της αναζήτησης του συναγωνισμού και σε άλλα, τα οποία όχι μόνο είναι ασταθή αλλά και καταλήγουν βαρετά και αδιάφορα, με αποτέλεσμα να μην σβήνουν τη δίψα της ανάγκης για χαρά. Ο καταναλωτισμός και ο φετιχισμός του εμπορεύματος χρησιμοποιούνται για να πλαισιώσουν το κυνήγι της μόδας, τη δημιουργία μεγάλων χώρων διασκέδασης, καθώς και τη λειτουργία μεγάλων εκθέσεων (εμπορικών ή τέχνης). Τα χαρακτηριστικά λοιπόν της σύγχρονης ευχαρίστησης είναι δύο, ο ατομικιστικός κερματισμός και το αντίρροπό του το ομογενοποιημένο στυλ της μόδας μέσα από το οποίο εκφράζεται το άτομο, που του λείπει ανεξαρτησία και χρειάζεται υποστήριξη.

Έτσι ακριβώς είναι το άτομο - κάτοικος της σύγχρονης μητρόπολης.

            Εκτός όμως από το ομογενοποιημένο στυλ, η σύγχρονη ευχαρίστηση έχει και ένα άλλο χαρακτηριστικό. Καθώς συνδέεται με την εργασία και εφόσον η εργασία στην καπιταλιστική κοινωνία είναι και αλλοτριωμένη, αλλά και εξασθενεί τον άνθρωπο, η ευχαρίστηση θα πρέπει να έχει ως κύριο σκοπό τη διατήρηση των φυσικών του δυνάμεων. Αυτό σημαίνει ότι, στην ευχαρίστηση του ο άνθρωπος θα πρέπει να κάνει πράγματα που τον διασκεδάζουν και στα οποία νιώθει άνετα.

Έτσι όμως οδηγούμαστε στην φτώχεια των επιλογών της ευχαρίστησης.

«Ω Τεμπελιά, μητέρα των τεχνών και των ευγενών αρετών, γίνε το βάλσαμο για τις ανθρώπινες αγωνίες!».

Τελικά είναι λάθος να πιστεύεις ότι, -όσο λιγότερος είσαι, όσο λιγότερο εκφράζεις την ζωή σου, τόσο περισσότερα έχεις, τόσο μεγαλύτερη είναι η αλλοτριωμένη ζωή σου, τόσο πιο πολύ συσσωρεύεις από την αποξενωμένη οντότητά σου-.

Η μοναξιά της πνευματικής διάστασης είναι χειρότερη της κοινωνικής.

            Ζώντας λοιπόν στην σημερινή εποχή πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι, το μεγάλο πρόβλημα της καπιταλιστικής παραγωγής δεν είναι πια να βρεθούν παραγωγοί ώστε να δεκαπλασιάσουν τις δυνάμεις τους αλλά να ανακαλύψουν καταναλωτές, να τους ερεθίσουν τις επιθυμίες επιβάλλοντας τους πλαστές ανάγκες, είναι άλλωστε μια εποχή που ως προς τα καταναλωτικά προϊόντα έχει χαρακτηριστεί ως η εποχή της νοθείας.

            Την κατάσταση την χαρακτηρίζουμε ιδιαιτέρως απλή, αρκεί το χαμόγελο, η χαρούμενη διάθεση, συναισθήματα τα οποία υπερνικούν το οτιδήποτε και τον οποιονδήποτε.

«Κανένα εμπόδιο να ενωθούν πιστές καρδιές δεν θα δεχθώ. Δεν είναι η αγάπη αυτή που αλλάζει με της τύχης τα γυρίσματα και με το κάθε σκούντημα πέφτει και χάνεται, όχι, είναι σημάδι προαιώνιο που ακλόνητο τις τρικυμίες αντικρίζει.» Γ. Σαίξπηρ

Mario de Andrade (Ποιητής, συγγραφέας, δοκιμιογράφος και μουσικολόγος από τη Βραζιλία)


«Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα ότι, μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ’ ότι έχω ζήσει έως τώρα…
Αισθάνομαι όπως εκείνο το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες : τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση.
Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά.
Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που παρά τη χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει.
Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες.
Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί. Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους.
Με ενοχλεί ο φθόνος και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους.
Μισώ να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα. Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο… μετά βίας για την επικεφαλίδα. Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες.
Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται…
Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα…
Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση.
Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους.
Που δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους.
Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους.
Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους.
Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια.
Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή. Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων…
Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.
Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει. Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν…
Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ’ όσες έχω ήδη φάει.
Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου…»